εγγράμματος

εγγράμματος
-η, -ο
1. που γνωρίζει γράμματα, δηλ. ανάγνωση και γραφή.
2. ο γραμματισμένος, μορφωμένος, σπουδασμένος.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ἐγγράμματος — written masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εγγράμματος — η, ο (AM ἐγγράμματος, ον) αυτός που γνωρίζει γράμματα, μορφωμένος αρχ. 1. γραπτός 2. αυτός που περιέχει γράμματα …   Dictionary of Greek

  • ἐγγράμματον — ἐγγράμματος written masc/fem acc sg ἐγγράμματος written neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγραμμάτοις — ἐγγράμματος written masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγραμμάτου — ἐγγράμματος written masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγραμμάτους — ἐγγράμματος written masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγραμμάτων — ἐγγράμματος written masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγγράμματοι — ἐγγράμματος written masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματιζούμενος — η, ο 1. εγγράμματος, μορφωμένος 2. ειρων. αυτός που προβάλλει τον εαυτό του ως μορφωμένο χωρίς να είναι. [ΕΤΥΜΟΛ. < γραμματίζω. Επιθετοποιημένη μετοχή μέσου ενεστώτα σε ούμενος, αναλογικά σχηματισμένη προς τις μετοχές τών ρημάτων σε ούμαι… …   Dictionary of Greek

  • γραμματικός — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 80 μ., 28 κάτ.) του νομού Ηλείας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ωλένης. * * * ή, ό (AM γραμματικός, ή, όν) Ι. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα γράμματα ή στη γραμματική («γραμματικοί κανόνες», «γραμματικές παρατηρήσεις»,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”